hosting menu left
hosting menu right

interior design logo



Εκτύπωση

 

ΠΛΑΙΣΙΟ της Α.Ρ.ΕΝ.Α. [Αυτόνομη Ριζοσπαστική ΕΝότητα ΑΣΟΕΕ]

 για τη Γενική Συνέλευση Φ.Σ.ΑΣΟΕΕ «Σωτήρης Πέτρουλας» 10/11/11

 

Διανύουμε ήδη τον δεύτερο χρόνο του Γολγοθά “σωτηρίας” της χώρας, όπου στο ρόλο του σωτήρα είναι το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα του μνημονίου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΔΗΣΥ ,ΛΑΟΣ) και οι τοποτηρητές της Τρόικα (ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ). Η ζωή μας μέρα με τη μέρα γίνεται χειρότερη με συνεχείς περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, χαράτσια, απολύσεις, αύξηση του ΦΠΑ, ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας και με την καταστροφή της δημόσιας υγείας και παιδείας. Με την ψήφιση του Μνημονίου, του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος και πρόσφατα του πολυνομοσχεδίου η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υλοποιώντας τις κατευθύνσεις της ΕΕ και της ΕΚΤ ελαστικοποίησε τις εργασιακές σχέσεις  και  κατάργησε τους κατώτατους μισθούς που εξασφάλιζαν οι κλαδικές συμβάσεις. Δημιούργησε έτσι νέα πεδία κερδοφορίας για το εγχώριο και ξένο κεφάλαιο (και στη παιδεία με το νόμο Διαμαντοπούλου), συνεχίζοντας έτσι μια δίχως τέλος επίθεση εναντίον μας. Όλα αυτά έρχονται και δένουν με τη νέα κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας(;) από τεχνοκράτες εξουσιαστές οι οποίοι προκειμένου να μην χρεοκοπήσουν οι ίδιοι, χρεοκοπούν και διαλύουν την κοινωνία και το τόπο.


Ψωμί Παιδεία Ελευθερία - Σύνθημα του σήμερα

Η Συνέλευση που γίνεται σήμερα αφορά και τον εορτασμό της εξέγερσης του πολυτεχνείου, μιας εξέγερσης που  έχει να μας διδάξει πολλά για τις στάσεις και τις αντιστάσεις μας.  Με την εξέγερση του Πολυτεχνείου η νεολαία διακήρυξε ότι τα αιτήματα της για Ψωμί-Παιδεία Ελευθερία-δεν χωρούσαν μέσα στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Έτσι και τα δικά μας αιτήματα, τα όνειρα και οι ελπίδες μας δεν μπορούν να ανθίσουν στη σκιά της Τρόικα και των κυβερνήσεων των Μνημονίων. Ο λαός τότε ενωμένος κάτω από το σύνθημα ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και το αίτημα να φύγει η αμερικανόδουλη χούντα, μπόρεσε να ανατρέψει ένα στρατιωτικό καθεστώς. Το ότι σύνθημα αυτό, σήμερα περισσότερο από ποτέ έχει αναβιώσει στα χείλη των ανθρώπων δεν είναι καθόλου τυχαίο. Μπορεί να λείπουν τα τεθωρακισμένα από το κέντρο της Αθήνας, αλλά υπάρχει όμως η άγρια καταστολή, οι συνεχείς παραβιάσεις του συντάγματος και η εκχώρηση της χάραξη της οικονομικής πολιτικής στην Τρόικα, κάτι που συνιστά κατάφορη θεσμική εκτροπή.

Οι κοινωνικοί αγώνες
Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα κοινωνικά κινήματα και οι αντιστάσεις. Πέρα από κομματικούς διαχωρισμούς και αγκυλώσεις, είδαμε ένα λαό συνειδητοποιημένο να περικυκλώνει τη Βουλή στη ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου και να φωνάζει «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» σε κάθε σταθμό μετρό και διοδίων.  Ο ίδιος λαός ξεχύθηκε στους δρόμους και τις πλατείες όλης της Ελλάδας σπάζοντας τη σιωπή, και μιλώντας με τον διπλανό του μέσα από λαϊκές συνελεύσεις κατάφερε να οργανώσει τις αντιστάσεις του βροντοφωνάζοντας «ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ» και «ΠΑΡΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΦΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΔΩ». Ο κόσμος και σήμερα είναι στους δρόμους. Νωπές είναι ακόμα στις μνήμες μας οι εικόνες από τις απεργίες μεγάλου βεληνεκούς στις 19 και 20 Οκτώβρη, τις διαμαρτυρίες στις παρελάσεις της 28ης αλλά και από τις  300 καταλήψεις σε σχολές έτσι όπως τις βιώσαμε στο τέλος του καλοκαιριού μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για την παιδεία. Τι σημαίνουν όλα αυτά;  Επιτέλους έχουμε τελειώσει με την απάθεια και αρχίζουμε να μπαίνουμε σε πολιτικές διεργασίες.
 

Το πανεπιστήμιο στο στόχαστρο

Με  πρόθεση να δημιουργήσουν ένα ευέλικτο φτηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό στοχοποιούν την δημόσια εκπαίδευση και φέρνουν ένα νόμο πλαίσιο που εντείνει ακόμα περισσότερο τους ταξικούς φραγμούς και διαλύει σταδιακά κάθε έννοια δημόσιας και  δωρεάν παιδείας. Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι πρέπει να αφουγκραζόμαστε την κοινωνία στο σύνολο της και να προβαίνουμε σε συλλογικές απαντήσεις όσον αφορά τα προβλήματα μας. Αυτό πάει να πει ότι πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε να συζητάμε για το νόμο πλαίσιο και να οργανώσουμε δράσεις για να τον ανατρέψουμε.

 

Λίγα λόγια λοιπόν για το νόμο πλαίσιο:

 

·         Η διάλυση των πτυχίωνμε τα 2ετή και 3ετή προγράμματα σπουδών και την διαδικασίας συλλογής σκόρπιων πιστωτικών μονάδων καταστρέφει τα επαγγελματικά και εργασιακά μας δικαιώματα. Δημιουργεί εργαζόμενους με αποσπασματικές γνώσεις, φτηνούς και αναλώσιμους.

·         Η απόσυρση του κράτους από την χρηματοδότηση των ιδρυμάτων ανοίγει τον δρόμο στην επιβολή διδάκτρων, στην κατάργηση της φοιτητικής μέριμνας και την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση, ελέγχοντας ακόμα πιο ασφυκτικά την πανεπιστημιακή γνώση και δίνοντας νέες προοπτικές στην κατευθυνόμενη, από τα συμφέροντα, της εργοδοσίας, έρευνα.

·         Στο νέο συμβούλιο διοίκησης θα συμμετέχουν managersκαι πολιτικοί με σκοπό να καθορίζουν αυτοί το πρόγραμμα σπουδών σύμφωνα με τις ανάγκες τις αγοράς. Παράλληλα θα παίρνουνε όλες τις αποφάσεις στις σχολές αδιαφορώντας για τις φοιτητικές ανάγκες(θα αποφασίζουν δηλαδή για εμάς χωρίς εμάς), πράγμα αναμφισβήτητα αντιδημοκρατικό.

·         Και αφού είμαστε και εν δυνάμει εργαζόμενοι, πράγμα που δεν πρέπει να ξεχνάμε, το μέτρο ν+2 εντατικοποιεί περισσότερο τη φοιτητική ζωήκαι προετοιμάζει τον φοιτητή για να γίνει ένας πειθαρχημένος και υπάκουος εργαζόμενος έρμαιο στις «ανάγκες» τις αγοράς. Όσον αφορά τη ρύθμιση για μερική φοίτηση για τους εργαζόμενους φοιτητές, ουσιαστικά δεν υφίσταται καθώς πολλοί σπουδαστές δουλεύουν μαύρα και ευκαιριακά- άρα δεν μπορούν να αποδείξουν την εργασίας τους.

·         Ταυτόχρονα θέλουν έναν εργαζόμενο χωρίς εμπειρίες συλλογικών αγώνωνκαθώς το άσυλο καταργείται με αποτέλεσμα να απαξιώνεται πλήρως ο κοινωνικός χαρακτήρας του πανεπιστημίου και να μετατρέπεται σε έναν αποστειρωμένο χώρο παραγωγής εργατών αποξενωμένο από τους κοινωνικούς αγώνες.
 

Ολομέτωπη επίθεση - ολομέτωπη αντίσταση

Το πολικό σύστημα και οι εκφραστές του εξαπολύουν επίθεση σε κάθε μέτωπο (παιδεία, εργασία) και με κάθε τακτική (κυβέρνηση εθνικής “σωτηρίας”) . Απέναντι σε μια τέτοια ολομέτωπη επίθεση όλα τα πληττόμενα κομμάτια της κοινωνίας , εργαζόμενοι, νέοι, φοιτητές, άνεργοι, χαμηλά και μεσαία στρώματα είναι αναγκαίο να συμπορευτούμε και μέσα από συλλογικές διαδικασίες και με αδιαμεσολάβητους κοινωνικούς αγώνες να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα μας. Όλοι μαζί θα θέσουμε τα θεμέλια για μια κοινωνία των αναγκών μας και όχι των κερδών τους. Δεν πρέπει να δείξουμε καμία ανοχή στα μνημόνια και στους πολιτικούς τους εκφραστές ούτε στα οικονομικά συμφέροντα που αυτοί υπηρετούν. Να οργανωθούμε τώρα σε σχολές, συνελεύσεις στις γειτονιές και σε χώρους δουλειάς με προτάγματα την ΑΛΛΥΛΕΓΓΥΗ, την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Για μια κοινωνία των αναγκών μας. Τη δική μας κοινωνία. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε!  

 

Αποφασίζουμε:

·         Κατάληψη της σχολής  από Τρίτη 15/11 εώς και Πέμπτη  17/11

·         Συμμετοχή του Συλλόγου στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου την Πέμπτη 17/11

·         Συντονισμός των Συνελεύσεων/ ανασυγκρότηση του συντονιστικού γενικών συνελεύσεων και καταλήψεων στη βάση της αιρετότητας και ανακλητότητας

·         Επόμενη Γενική Συνέλευση την Τρίτη 22/11

 

Όχι στο νόμο-πλαίσιο Διαμαντοπούλου

Ανατροπή του Μνημονίου

        Ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική και κάθε επίδοξο εκφραστή της

                               

 
Εκτύπωση

Μπορεί να υπάρξει φοιτητικό κίνημα χωρίς καταλήψεις;

 

Καθήκον της εμπροσθοφυλακής και της οπισθοφυλακής
δεν είναι ούτε να προελαύνει ούτε να υποχωρεί, αλλά να ελίσσεται
Ναπολέων Βοναπάρτης, Εγχειρίδιο Πολέμου

 

Μετά από ένα μήνα κινητοποιήσεων στα πανεπιστήμια φαίνεται ότι εμφανίζεται μια καμπή στο φοιτητικό κίνημα, που εκδηλώνεται κυρίως με τη σαφή μείωση του αριθμού των υπό κατάληψη σχολών, οι οποίες στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας έφτασαν τις 100 από 300 προ περίπου 25 ημερών. Ενώ αρχικά αυτή η καμπή εκδηλώθηκε με την απώλεια συνελεύσεων και τον τερματισμό των καταλήψεων στις σχολές των ΤΕΙ, στη συνέχεια επεκτάθηκε σταδιακά και στις σχολές των ΑΕΙ. Η εξέλιξη αυτή θέτει ενώπιον του φοιτητικού κινήματος ένα ερώτημα που είχε τεθεί και στα προηγούμενα ξεσπάσματά του το 2006-7 και που απαντήθηκε τότε αρνητικά: το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει φοιτητικό κίνημα χωρίς καταλήψεις.

Η προηγούμενη εμπειρία του φοιτητικού κινήματος

Όπως αναφέραμε και σε προηγούμενο κείμενό μας η παρούσα έκρηξη του φοιτητικού κινήματος παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τις αντίστοιχες κινητοποιήσεις που αναπτύχθηκαν το 2006-7 και το 2008 και γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η μελέτη της εμπειρίας αυτών των κινηματικών εκρήξεων για την εξαγωγή συμπερασμάτων και την αντιμετώπιση προβλημάτων που μπορεί να εμφανιστούν και στην παρούσα φάση. Ας δούμε λοιπόν πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα τότε.

Η πρώτη μεγάλη έκρηξη του φοιτητικού κινήματος (μετά από πάνω από 10 χρόνια αδράνειας-πλην επιμέρους εξαιρέσεων) ήρθε το Μάιο του 2006 με αφορμή το νόμο-πλαίσιο της Γιαννάκου. Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν περίπου στα μέσα Μαΐου (λίγο πριν την έναρξη της θερινής εξεταστικής περιόδου) με τη μορφή καταλήψεων σχολών κυρίως στα ΑΕΙ των μεγάλων πόλεων (και ιδιαίτερα στις Πολυτεχνικές Σχολές και τις ΣΘΕ) και στη συνέχεια μέσα σε ένα μήνα επεκτάθηκαν στο σύνολο των ΑΕΙ και ΤΕΙ (ακόμη και στις σχολές που η ΔΑΠ ήταν πανίσχυρη) σε όλη την Ελλάδα. Στα μέσα Ιουνίου -ένα μήνα μετά- ο αριθμός των καταλήψεων σε ΑΕΙ και ΤΕΙ ξεπέρασε τις 400 (αριθμός που ποτέ δεν προσέγγισε το φοιτητικό κίνημα έκτοτε). Οι καλοκαιρινές διακοπές σε συνδυασμό με την αναδίπλωση του υπουργείου που απέσυρε το νόμο-πλαίσιο (για να τον καταθέσει αργότερα) οδήγησαν στον τερματισμό των κινητοποιήσεων χωρίς να υπάρξει βέβαια οργανωμένη υποχώρηση του κινήματος. Απλώς σταδιακά οι καταλήψεις και οι συνελεύσεις απομαζικοποιήθηκαν και οι σχολές έκλεισαν για καλοκαίρι.

Το επόμενο ξέσπασμα έρχεται αρχές Ιανουαρίου του 2007 (πάλι λίγο πριν την έναρξη της εξεταστικής), αμέσως μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, λόγω της επιχειρούμενης από την κυβέρνηση της ΝΔ συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 16. Μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου ο αριθμός των καταλήψεων αγγίζει τις 300 σχολές (κυρίως στα ΑΕΙ, αλλά και σε ορισμένα ΤΕΙ), όπου και σταθεροποιείται για περίπου 3 εβδομάδες μέχρι να αρχίσει πτωτική πορεία. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η πτώση από τις αρχές Μαρτίου και μετά οπότε φτάνουμε μέχρι τις διακοπές του Πάσχα (αρχές Απριλίου) με λιγότερες από 100 σχολές υπό κατάληψη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση μετά την ήττα της στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης (λόγω της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ από τη διαδικασία, υπό την πίεση του φοιτητικού κινήματος), αποφασίζει να καταθέσει το νόμο-πλαίσιο της Γιαννάκου (με σημαντικές τροποποιήσεις που τον καθιστούσαν σαφώς βελτιωμένο σε σχέση με το αρχικό νομοσχέδιο που είχε δημοσιευτεί) θέλοντας να εκμεταλλευτεί την κόπωση των φοιτητών. Έτσι ο νόμος κατατίθεται αρχές Μαρτίου και ψηφίζεται στις 8 Μαρτίου 2007, τη στιγμή που έξω από τη Βουλή λαμβάνει χώρα η μεγαλύτερη διαδήλωση των φοιτητών που καταστέλλεται άγρια από τα ΜΑΤ. Παρά την κατάθεση και ψήφιση του νόμου-πλαίσιο η πτωτική πορεία των καταλήψεων συνεχίζεται καθώς η κόπωση των φοιτητών από 2 και πλέον μήνες κινητοποιήσεων είναι έντονη. Η εικόνα που παρουσιάζεται τις τελευταίες εβδομάδες πριν το Πάσχα στις περισσότερες σχολές είναι αυτή ενός συνεχώς απομαζικοποιούμενου μπλοκ αγώνα τη στιγμή που το αντιδραστικό μπλοκ συσπειρώνεται και ισχυροποιείται όλο και περισσότερο. Μετά το Πάσχα ανοίγουν και οι τελευταίες κατειλημμένες σχολές και απομαζικοποιούνται πλήρως οι συνελεύσεις. Σε γενικές γραμμές η μάχη σε αυτό το γύρο κινητοποιήσεων αποδεικνύεται πιο σκληρή, οι συνελεύσεις είναι περισσότερο αμφίρροπες (και εξαιρετικά μαζικές), ορισμένες σχολές που είχαν κλείσει τον Ιούνιο τώρα δεν μπαίνουν καθόλου στο χορό των κινητοποιήσεων, ενώ άλλες διατηρούνται κλειστές για κάποιο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια ανοίγουν οριστικά. Ταυτόχρονα αυτός ο γύρος αναδεικνύει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά του φοιτητικού κινήματος όπως είναι η μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, η διάρκεια (στην ουσία τα πανεπιστήμια βρίσκονται σε αναβρασμό σε όλη τη διάρκεια της περιόδου ανάμεσα στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, δηλαδή περίπου 3 μήνες) και η εμβάθυνση του πολιτικού περιεχομένου των διεκδικήσεων (πλέον οι φοιτητές δεν αγωνίζονται απλά ενάντια σε ένα νόμο-πλαίσιο, αλλά για την υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης).

Στη συνέχεια ακολουθεί μια μακρά περίοδος κινηματικής αδράνειας, όπου επιχειρείται σε ορισμένες σχολές (ιδίως από τα ΕΑΑΚ) η επανέναρξη των καταλήψεων (ο επιδιωκόμενος τρίτος γύρος του φοιτητικού κινήματος), ωστόσο οι απόπειρες αυτές αποτυγχάνουν καθώς περιορίζονται σε πολύ λίγες σχολές (κυρίως στα Πολυτεχνεία των μεγάλων πόλεων), έχουν πολύ μικρή διάρκεια και δε συναντούν τη μαζική στήριξη των φοιτητών. Επανεμφάνιση τριψήφιου αριθμού κατειλημμένων σχολών έχουμε μόνο στις ταραγμένες μέρες του Δεκέμβρη του 2008, ωστόσο η διάρκεια των κινητοποιήσεων είναι μικρή (μέχρι την έναρξη των διακοπών των Χριστουγέννων), ενώ και η μαζικότητα των συνελεύσεων σε καμία περίπτωση δε φτάνει στο επίπεδο του 2006-7.

Η κατάληψη ως μορφή πάλης

Από τα προηγούμενα γίνεται σαφές ότι την τελευταία 5ετία η εξέλιξη του φοιτητικού κινήματος είχε τη μορφή εξάρσεων και υφέσεων. Στις περιόδους έντονης κινηματικής ανόδου οι καταλήψεις ήταν η κύρια μορφή πάλης που υιοθετούνταν, ενώ ο τερματισμός τους σήμαινε σε κάθε περίπτωση τη συνολική υποχώρηση του φοιτητικού κινήματος. Δηλαδή δεν εμφανίστηκε ποτέ περίοδος όπου να μην έχουμε καταλήψεις, αλλά να γίνονται μαζικές γενικές συνελεύσεις, πορείες και να υπάρχει κινηματικός αναβρασμός στα πανεπιστήμια. Θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε ότι μέχρι τώρα (και αυτό ισχύει και για το φοιτητικό κίνημα που αναπτύχθηκε τον τελευταίο μήνα) η κάθε έξαρση του φοιτητικού κινήματος ταυτιζόταν εν πολλοίς με μαζικές καταλήψεις σχολών και κάθε τερματισμός των καταλήψεων σήμαινε την μετάβαση του φοιτητικού κινήματος σε περίοδο ύφεσης. Με άλλα λόγια, φοιτητικό κίνημα δε μπορούσε να υπάρξει χωρίς καταλήψεις.

Καθίσταται λοιπόν κομβικής σημασίας ζήτημα η ανάλυση της κατάληψης ως μορφής πάλης, των δυνατοτήτων που διανοίγει, των πλεονεκτημάτων, των ανεπαρκειών και των ορίων της. Πρόκειται για ένα θέμα που απασχόλησε τους φοιτητές κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων. Οι απόψεις που έχουν εκφραστεί ποικίλλουν από την άρνηση της κατάληψης ως αντιδημοκρατικής ή ακατάλληλης μορφής πάλης μέχρι την φετιχοποίησή της ως, όχι μόνο μέσο για την επίτευξη των στοχεύσεων του αγώνα, αλλά και αυτοσκοπό. Σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε αναφορά στην κατάληψη θα πρέπει να εκτιμήσει το γεγονός ότι ακριβώς αυτή η μορφή πάλης όχι μόνο κυριάρχησε πολλές φορές στην ιστορία του φοιτητικού κινήματος (κάτι που δε μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο), αλλά και οδήγησε σε πολύ σημαντικές νίκες.

Τα σημαντικότερα οφέλη αυτού του μέσου πάλης έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι διακόπτεται απότομα η συνολική λειτουργία του Πανεπιστημίου, τόσο η διδακτική όσο και η ερευνητική δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί πίεση στην εκάστοτε πολιτική (αλλά και οικονομική) εξουσία καθώς η λειτουργία του Πανεπιστημίου συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες της οικονομίας-το διδακτικό έργο παράγει τους μελλοντικούς εργαζόμενους που θα στελεχώσουν την παραγωγή, ενώ το ερευνητικό έργο συνδέεται και αυτό ποικιλοτρόπως με την παραγωγική διαδικασία. Ταυτόχρονα αυτή η διακοπή της λειτουργίας των σχολών απελευθερώνει από τις τυπικές του υποχρεώσεις τον φοιτητικό πληθυσμό, ο οποίος πλέον έχει τη δυνατότητα να προβεί με συστηματικό τρόπο σε κινητοποιήσεις που μπορούν να εντείνουν την πίεση στην κυβέρνηση (διαδηλώσεις, καταλήψεις άλλων κτιρίων κ.α.). Η διακοπή της πανεπιστημιακής λειτουργίας δημιουργεί επιπλέον πιέσεις στην κυβέρνηση, όπως ο κίνδυνος να χαθεί η εξεταστική ή το εξάμηνο με αποτέλεσμα να αυξηθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια των στρωμάτων που στέλνουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο (ιδιαίτερα για όσους φοιτητές δε σπουδάζουν στην πόλη καταγωγής τους).

Από την άλλη η μορφή αυτή αγώνα θίγει και τους ίδιους τους φοιτητές. Η απώλεια της εξεταστικής ή του εξαμήνου πιέζει και τον ίδιο το φοιτητικό πληθυσμό, οδηγώντας σταδιακά στη συσπείρωση μέσα στις σχολές, όχι μόνο όσων μπορεί να συμφωνούν πολιτικά με την εκάστοτε επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, αλλά και όσων διαφωνούν με την κατάληψη ως μέσο πάλης που τους θίγει, σε ένα ενιαίο (αντιδραστικό σε τελική ανάλυση) μπλοκ. Η πίεση αυτή επιτείνεται όσο παρατείνεται η διάρκεια των καταλήψεων, ενώ ταυτόχρονα σταδιακά το κύριο επίδικο των συνελεύσεων μετατοπίζεται και από τη στάση απέναντι στο εκάστοτε νομοσχέδιο μετατρέπεται στη στάση απέναντι στην κατάληψη. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της κατάληψης είναι ότι διακόπτοντας τη φυσιολογική δραστηριότητα των σχολών, τις απομαζικοποιεί, αδειάζει το πανεπιστήμιο από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που δραστηριοποιείται εντός του όταν αυτό λειτουργεί κανονικά. Τελικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι καταλήψεις είναι ίσως το πιο ισχυρό χαρτί στα χέρια των φοιτητών, το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτουν, ωστόσο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σε κάθε στιγμή και για πολύ παρατεταμένη χρονική περίοδο. Η εμπειρία των φοιτητικών κινημάτων των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι το πιθανότερο είναι οι καταλήψεις από ένα σημείο και μετά να αρχίσουν να φθίνουν, μέχρι την οριστική τους κατάρρευση. Και αυτό ανεξάρτητα από την όποια (ενδεχομένως υπαρκτή) υποχώρηση ή προδοσία φοιτητικών παρατάξεων, όπως ισχυρίζονται συχνά ορισμένες δυνάμεις του κινήματος (λες και αν δεν υπήρχαν οι παρατάξεις αυτές θα μπορούσαν οι καταλήψεις να συνεχίζονται για πάντα).

Σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα το φοιτητικό κίνημα

Με βάση την εξέλιξη του αριθμού των υπό κατάληψη σχολών τις τελευταίες εβδομάδες φαίνεται ότι το φοιτητικό κίνημα έχει εισέλθει σε φάση κόπωσης και κάμψης. Το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δε χαροποιεί κανένα μας δε σημαίνει ότι απλά μπορούμε να το παραβλέπουμε και να συνεχίζουμε σα να μην ισχύει, καθώς αποτελεί μια πραγματικότητα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν στους σχεδιασμούς μας για το μέλλον της αναμέτρησης με την κυβέρνηση. Ενδεικτική της κόπωσης δεν είναι απλά η μείωση του αριθμού των καταλήψεων αλλά και η σταδιακή ισχυροποίηση μέσα στις σχολές του μπλοκ των δυνάμεων που θέλουν ανοιχτές σχολές, καθώς και η πτώση του αριθμού των φοιτητών που στηρίζουν τα πλαίσια των συντονιστικών των σχολών. Σε πολλές σχολές που συνεχίζουν, τα αποτελέσματα των γενικών συνελεύσεων της προηγούμενης εβδομάδας ήταν οριακά, ενώ η δυναμική της κατάστασης δείχνει ότι το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι οι περισσότερες από αυτές τις σχολές να ανοίξουν μέσα στην εβδομάδα. Αν και όλοι όσοι στηρίζουν συστηματικά τις κινητοποιήσεις θα επιθυμούσαν τη συνέχιση του αγώνα με καταλήψεις διαρκείας μέχρι να πέσει η κυβέρνηση και ο νόμος, η περιγραφή της πραγματικότητας που προηγήθηκε δεν έχει στόχο να σπείρει την απογοήτευση και την ηττοπάθεια, ούτε να ταχθεί με το μέρος των υποστηρικτών των «ανοικτών σχολών», αλλά να εγείρει έναν προβληματισμό για το πώς συνεχίζουμε με βάση τα δεδομένα αυτά.

Στην ουσία μπροστά στην κατάσταση που διαμορφώνεται οι επιλογές των συντονιστικών των σχολών είναι δύο: η μία επιλογή είναι η επιμονή στην προσπάθεια για συνέχιση των καταλήψεων. Αυτή η επιλογή ακολουθήθηκε μέχρι τώρα σε πολλές από τις σχολές που άνοιξαν τις προηγούμενες εβδομάδες, ενώ αντίστοιχη ήταν η στάση των συντονιστικών και στη φάση της καμπής του κινήματος το 2006-7. Η συγκεκριμένη επιλογή κινείται σε μια λογική του «όλα ή τίποτα» και οδηγεί στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όχι μόνο στην αποτυχία να επανέλθουν οι σύλλογοι σε αγωνιστικό πλαίσιο, αλλά και στον εκφυλισμό των γενικών συνελεύσεων και την ουσιαστική διάλυση του αγωνιστικού μπλοκ. Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η επιμονή στη μορφή της κατάληψης οδηγεί σε διαδοχικές ήττες στις γενικές συνελεύσεις, με διαρκώς μικρότερη στήριξη του αγωνιστικού πλαισίου. Σε άλλες περιπτώσεις επιχειρείται μετά από πολύ μαζικές γενικές συνελεύσεις που ψηφίζουν το άνοιγμα της σχολής, η διεξαγωγή νέων γενικών συνελεύσεων, που κινούνται στα όρια της απαρτίας και αποφασίζουν εκ νέου κατάληψη. Το γεγονός αυτό συσπειρώνει τον αντίπαλο, απομαζικοποιεί το στρατόπεδο του συντονιστικού και τελικά οδηγεί στη συντριβή στην αμέσως επόμενη μεγάλη γενική συνέλευση. Επιπλέον αναδεικνύει μια χρησιμοθηρική, εργαλειακή προσέγγιση όσον αφορά τις γενικές συνελεύσεις στη λογική: «όσο τα αποτελέσματά τους με ευνοούν τα αποδέχομαι, όταν αυτά είναι εναντίον μου απλώς τα αγνοώ». Αυτή η λογική χαρακτηρίζει τις απόπειρες συλλογής υπογραφών για νέα ΓΣ αμέσως μετά τη λήξη μιας ΓΣ που δεν εξυπηρετεί τις επιδιώξεις μας. Ωστόσο θα πρέπει να έχουμε υπ όψιν ότι, με δεδομένο ότι οι γενικές συνελεύσεις είναι το πραγματικό, δημοκρατικό κύτταρο του φοιτητικού κινήματος, όποια στάση οδηγεί στον εκφυλισμό τους, επί της ουσίας οδηγεί και στην παρακμή του ίδιου του φοιτητικού κινήματος.

Η δεύτερη επιλογή των συντονιστικών των σχολών είναι η προσπάθεια συνέχισης του αγώνα με άλλα μέσα. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν τρέφουμε αυταπάτες ως προς αυτό το ενδεχόμενο: σαφώς συνιστά μια υποχώρηση, που δυσχεραίνει τους όρους διεξαγωγής του αγώνα, αποκλιμακώνει την όποια πίεση ασκούνταν στην κυβέρνηση, ενώ όπως τονίσαμε και προηγουμένως η ιστορία των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι χωρίς καταλήψεις φοιτητικό κίνημα δεν υπήρξε (αν και πρέπει να συμπληρώσουμε ότι κάτι τέτοιο ποτέ δεν επιχειρήθηκε οργανωμένα). Επίσης κατανοούμε την ειλικρινή αγωνία πολλών συναγωνιστών όταν ισχυρίζονται ότι η ακραία κλιμάκωση της επίθεσης από τη μεριά της κυβέρνησης, η προκλητική της αδιαλλαξία, όχι μόνο απέναντι στους αγωνιζόμενους φοιτητές, αλλά και απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας, απαιτεί μια αντίστοιχη κλιμάκωση των αντιδράσεών μας, και επομένως δεν πρέπει να υποχωρήσουμε από την προσπάθεια για καταλήψεις διαρκείας. Ωστόσο το πραγματικό δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει το φοιτητικό κίνημα δεν είναι αν θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας με ή χωρίς καταλήψεις. Το πραγματικό δίλημμα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι: θα επιχειρήσουμε να συνεχίσουμε τον αγώνα μας με άλλες μορφές πάλης ή θα επιμείνουμε στη μορφή της κατάληψης και θα οδηγηθούμε στην ήττα και τη συντριβή; Το δίλημμα αυτό δεν τίθεται βάσει της υποκειμενικής βούλησης ορισμένων, τίθεται με βάση την ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα.

Βέβαια στη συνέχεια προκύπτει το ερώτημα για το ποιες εναλλακτικές μορφές πάλης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Πριν απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ζήτημα ας δούμε λίγο το γενικότερο πλαίσιο της μάχης που δίνουμε. Εξ’ αρχής γνωρίζαμε ότι πρόκειται για μια πολύ σκληρή, πιθανότατα παρατεταμένη, σύγκρουση, με έναν αντίπαλο που δεν θα υποχωρήσει εύκολα: στην ουσία η ανατροπή του νόμου-πλαίσιο προϋποθέτει (τουλάχιστον) την πτώση της κυβέρνησης, η οποία μπορεί να έρθει μόνο σε συνθήκες κοινωνικής εξέγερσης. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ζήτημα μόνο του φοιτητικού κινήματος, αλλά απαιτεί πολύ ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες, με τη συμμετοχή της πλειοψηφίας των εργαζόμενων και μικροαστικών στρωμάτων. Το αρχικό στοίχημα που τέθηκε ήταν ο αναβρασμός στα πανεπιστήμια να αποτελέσει τον πυροδότη της κοινωνικής έκρηξης σε κλίμα γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας. Το στοίχημα αυτό σε πρώτη φάση φαίνεται πως δε μπορούμε να το κερδίσουμε. Ο επόμενος στόχος του φοιτητικού κινήματος θα πρέπει να είναι η συνέχιση των κινητοποιήσεων σε χαμηλότερη ένταση αλλά μεγαλύτερη διάρκεια με ταυτόχρονη συμμετοχή των φοιτητικών συλλόγων στους κοινωνικούς αγώνες, με άμεσες, αισθητές παρεμβάσεις. Στην ουσία αυτό θα σήμαινε ότι τα πανεπιστήμια θα παραμείνουν ένας χώρος όπου θα σιγοκαίει η φωτιά της κοινωνικής έκρηξης, ενώ θα υποβοηθούν όλες τις υπόλοιπες αγωνιστικές διεργασίες των άλλων κοινωνικών στρωμάτων. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχουμε συνέχιση των μαζικών γενικών συνελεύσεων (τουλάχιστον ανα 15 ημέρες), συνέχιση της λειτουργίας των συντονιστικών των σχολών, συνέχιση των διαδηλώσεων, αλλά και των εξώστρεφων παρεμβάσεων που αναπτύχθηκαν το τελευταίο διάστημα (παρεμβάσεις στη ΔΕΗ, σε εφορίες, συμμετοχή στις απεργίες του προσεχούς διαστήματος, στις κινητοποιήσεις των μαθητών κ.α.). Με αυτό τον τρόπο σε μεγάλο βαθμό ο προγραμματισμός των φοιτητικών αγώνων θα ακολουθεί και θα συμβάλλει στους γενικότερους κοινωνικούς αγώνες της επόμενης περιόδου. Ενδεχόμενη όξυνση της σύγκρουσης στην κοινωνία θα ξαναθέσει το ζήτημα των καταλήψεων ως επιλογής των φοιτητικών κινητοποιήσεων.

Ταυτόχρονα η μάχη των φοιτητών θα πρέπει να συνεχιστεί και στο εσωτερικό μέτωπο για την αποτροπή της εφαρμογής του νόμου. Σε αυτό το επίπεδο θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία τόσο με τα μέλη ΔΕΠ (που μέσω των συλλόγων τους έχουν δηλώσει τη σαφή εναντίωσή τους στο νόμο, σε αντίθεση με την ξεπουλημένη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ), όσο ακόμη και με τις πρυτανικές αρχές των ιδρυμάτων (αν και όπου κάτι τέτοιο είναι εφικτό). Εδώ θα μπορούσαν να συνεχιστούν οι καταλήψεις σε χώρους διοίκησης του πανεπιστημίου (ακόμη και στις γραμματείες των σχολών), αν κριθεί ότι κάτι τέτοιο συμβάλλει στις στοχεύσεις του αγώνα. Επίσης μεγάλη σημασία έχει και η διασφάλιση, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό, της μη απώλειας της εξεταστικής και του εξαμήνου (που προς το παρόν βέβαια δεν απειλείται). Η εμπειρία δείχνει ότι πολλές φορές οι διοικήσεις των σχολών κινούμενες εκδικητικά απέναντι στους αγωνιζόμενους φοιτητές επέβαλαν την απώλεια της εξεταστικής περιόδου. Κάτι τέτοιο λειτούργησε αποτρεπτικά για μελλοντικές φοιτητικές κινητοποιήσεις. Τέλος στο εσωτερικό των σχολών θα πρέπει να ενταθεί η ενημέρωση όλων των φοιτητών για το νέο νόμο με συνέχιση των πολύμορφων εκδηλώσεων, συνέχιση της λειτουργίας των blog των συντονιστικών (όπου υπάρχουν) και άλλες δράσεις.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η μετάβαση από τις καταλήψεις σε άλλες μορφές πάλης δεν είναι απαραίτητο να γίνει σε όλες τις σχολές ταυτόχρονα. Αν υπάρχουν σχολές, όπου κρίνεται ότι υπάρχουν δυνατότητες για συνέχιση της κατάληψης και όπου θεωρείται ότι το μέσο αυτό προσφέρει καλύτερους όρους στον αγώνα, εκεί οι καταλήψεις θα μπορούσαν να συνεχιστούν. Ωστόσο το ζήτημα αυτό δεν αφορά την πλειοψηφία των σχολών. Στις περισσότερες ήδη έχει κριθεί ότι συνέχιση της κατάληψης δεν είναι εφικτή με μαζική στήριξη του φοιτητικού συλλόγου. Είναι ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις που απαιτείται η συντεταγμένη μετάβαση σε άλλες μορφές πάλης.

Επαναφορά στο αρχικό ερώτημα

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το φοιτητικό κίνημα στην περίοδο αυτή καλείται να κάνει κάτι που δεν μπόρεσε (και ουσιαστικά δεν επιχείρησε) να πετύχει στις προηγούμενες ανόδους του την τελευταία 5ετία, να υποχωρήσει συντεταγμένα και να μάθει να υπάρχει ακόμη και χωρίς κατειλημμένες σχολές. Ενδεχόμενη τέτοια εξέλιξη θα σηματοδοτούσε αυξημένη ωριμότητα και ικανότητα των αγωνιζόμενων φοιτητών να ελίσσονται όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Αντίθετα πιθανή εμμονή στη μορφή της κατάληψης ως της μόνης κατάλληλης για τον αγώνα, όχι μόνο θα καταδείξει τις ανεπάρκειες και τους περιορισμούς του φοιτητικού κινήματος, αλλά αυτή τη φορά θα το οδηγήσει στην ήττα και τη συντριβή, και μάλιστα στην κρισιμότερη μάχη που έδωσε από την αρχή της μεταπολίτευσης.

του Γ.Κ.

Πηγή: http://foithtikokinhma.blogspot.com

 
Εκτύπωση

Το αμείλικτο μένος για το Πανεπιστήμιο

 

Πολλοί πανεπιστημιακοί δημοσιεύουν ενδιαφέροντα ή και εξαιρετικά κείμενα, αντιδικώντας με το νέο νόμο για τα ΑΕΙ. Προσπαθούν να εξηγήσουν με όρους ενός αχαλίνωτου ουμανισμού, ή με όρους μιας δομημένης αλλά ακαδημαϊκής επιχειρηματολογίας, προβλήματα που δεν είναι καθόλου αυτονόητα για τον εξωπανεπιστημιακό πολίτη.

Συχνά αντιμετωπίζουν μια ανεξήγητη, κυρίως διαδικτυακή, επιθετικότητα. Απαντούν. Μόνο που απαντούν -φοβάμαι- σε λάθος ερώτημα. Το κέντρο της σοβαρής διαμάχης δεν είναι μια πολιτική «αβλεψία», μια τεχνοκρατική αδεξιότητα στην κατασκευή του νόμου. Ούτε η θεμελίωση ενός μεγάλου πολιτιστικού εγκλήματος που συντελείται με τη στρατηγική ανάσχεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις πεινασμένες «αγορές» από κρατικοδίαιτους και ευρωδίαιτους επιχειρηματίες, που θέλουν τα ερευνητικά προγράμματα για τον εαυτό τους και, δυνητικά, τους φοιτητές για πελάτες τους. Ούτε, νομίζω, το πρόβλημα βρίσκεται στην «προπαγανδιστική αποτελεσματικότητα» του κυβερνητικού επιτελείου που έρχεται να συναντήσει και να εκμεταλλευτεί υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα πανεπιστημιακής κακοδιοίκησης ή παραφθοράς.

Το πρόβλημα νομίζω ότι εκφράζεται με μια πολύπλευρη αποκαθηλωτική μέριμνα, μια βαθύτερη κοινωνική εμπάθεια προς το Πανεπιστήμιο. Εκεί πρέπει κανείς να αναζητήσει το κέντρο του προβλήματος. Ισως πρέπει να επισημάνω ότι σφοδρές επιθέσεις δέχεται το Πανεπιστήμιο κυρίως από τις υπώρειες της φθίνουσας μεσαίας τάξης. Γιατί; Πιθανόν γιατί το Πανεπιστήμιο αποτελεί ένα από τα τελευταία μεγάλα εννοιολογικά σχήματα, που πρέπει να θρυμματιστεί μέσα στον κοινωνικό εμφύλιο και τις ποικίλες προσωπικές και συλλογικές διαψεύσεις. Και η πιο διαψευσμένη αφήγηση είναι η ίδια η «νέα» μεσαία τάξη, που η ανέλιξή της πολιτικά και οικονομικά κορυφώθηκε τη δεκαετία του '90. Πολιτιστικά η «τάξη» αυτή θεμελιώθηκε σε μια τηλεοπτική «αιτιοκρατία», σε μια γρήγορη και αλματική μυθοπλαστική και αξιωματική υπέρβαση:

Ο νέος μέσα από μια ευνοϊκή σύμπτωση (ερωτική στην τηλεόραση, κομματική ή χρηματιστηριακή στη ζωή) ανέρχεται και πλουτίζει. Η νέα μεσαία τάξη αυτοαξιολογήθηκε όπως ακριβώς αξιολογούν στα τηλεπαιχνίδια, όπως επιλύουν τις δραματουργικές αντιθέσεις τα σίριαλ, με τη μαζική φαντασίωση της ανόδου στο φωτεινό πουθενά.

Πολλά από τα (διαψευσμένα πλέον) μέλη της απεχθάνονται κάτι που δεν εξαγοράζεται, αλλά δουλεύεται: τη μόρφωση, τη βαθιά καλλιέργεια, τη δεύτερη σκέψη, τη δύσκολη κριτική σύνθεση. Στη θέση τους θέλουν τη γραμματειακή βεβαίωση μόρφωσης, την περιληπτική πολυμάθεια, την προφάνεια, την προσχωρητική κατανόηση. Οχι φυσικά πως τα Πανεπιστήμια είναι μόνο ή οι μόνοι χώροι λογιοσύνης, αλλά είναι οι πιο ισχυρά θεσμισμένες προϋποθέσεις λογιοσύνης. Με μια σχετικά ήπια ταξικότητα επιτρέπουν στο ταλέντο, ακόμα και του φτωχού, να ανέλθει.

Η νέα μεσαία τάξη εκπαιδεύτηκε να μη θέλει το κοπιώδες ταλέντο, αλλά το υπέρλαμπρο ζωδιακό τεκμήριο. Σ' ένα βαθμό, έτσι εκφράστηκε και η δική της άνοδος: μέσα από έναν ανάστροφο συλλογικό ναρκισσισμό. Αρκτικόλεξα λοιπόν, φόρμες συμπλήρωσης και αριθμήσεις ποιοτήτων και πάθους. Αυτό είναι το νέο Πανεπιστήμιο που χρειάζεται. Μια νέα μαζική ψευδαίσθηση, όπου ο καθρέφτης θα λέει ότι «είσαι ο πιο ωραίος» και η πραγματικότητα θα αποδεικνύει ότι είσαι ο πιο ηλίθιος.

Ναι, το Πανεπιστήμιο κουβαλάει προβλήματα που οι φοιτητές τα αισθάνονται στην πρώτη τους επαφή με αυτό και τους διδάσκοντες. Ανελαστική και δυσκίνητη ακαδημαϊκότητα, μη διαθεσιμότητα προσωπικού, συχνά ψυχρή και αυτοσυντηρητική διδασκαλία, απίθανη ανοργανωσιά, υλική φτώχεια, βλακώδεις ή πονηρούς ανταγωνισμούς και υπόγειες συνδέσεις παρεών.

Ναι, είναι αυτά τα προβλήματα που επιβαρύνουν το Πανεπιστήμιο και τους πνευματικούς ανθρώπους με ένα υπέρμετρα γραφειοκρατικό, φθοροποιό βάρος από περιττές συγκρούσεις και σπατάλες.

Ναι, είναι αυτά που συχνότατα δεν επιτρέπουν να συνεννοηθείς μετοχικά σε μια πνευματική και ποιητική εγρήγορση, όπως η διδασκαλία. Και είναι αυτά τα προβλήματα που με ένα τυφλό μένος ενισχύουν και καλλιεργούν η ίδια η πυρηνική σύλληψη του νόμου αλλά και οι συχνοί βωμολοχικοί τσαμπουκάδες εναντίον του Πανεπιστημίου και της πολιτιστικής συνθήκης που εγκλείει.

*Ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ , Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

 
Εκτύπωση

Η έκλειψη της δημοκρατίας

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση «Alfabeta2».

- Εσείς υποστηρίζετε ότι έχει αποκοπεί κάθε σύνδεση ανάμεσα σε δημοκρατία και καπιταλισμό. Πώς έγινε αυτό; Και τι υποκαθιστά σήμερα αυτό το δεσμό;

Ναι, στη δική μου ερμηνεία αυτό συμβαίνει κυρίως στην Κίνα, αν και όχι μόνον εκεί. Πριν από καιρό, ο φίλος μου ο Πέτερ Σλοτερντάικ μου εξομολογήθηκε ότι, αν έπρεπε να φανταστεί προς τιμήν τίνος θα κατασκευάζουμε αγάλματα μετά από έναν αιώνα, η απάντησή του θα ήταν, προς τιμήν του Λι Κουάν Γιου, ο οποίος υπήρξε για πάνω από τριάντα χρόνια πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης. Αυτός ήταν που επινόησε εκείνη την πολύ επιτυχημένη πρακτική που θα μπορούσαμε ποιητικά να αποκαλέσουμε «ασιατικό καπιταλισμό»: ένα οικονομικό μοντέλο ακόμα πιο δυναμικό και παραγωγικό από το δικό μας, το οποίο όμως μπορεί να λειτουργεί και χωρίς δημοκρατία και μάλιστα λειτουργεί καλύτερα χωρίς δημοκρατία. Ο Τενγκ Σιάο-Πινγκ επισκέφτηκε τη Σιγκαπούρη όταν ο Λι προωθούσε τις μεταρρυθμίσεις και πείστηκε ότι αυτό το μοντέλο έπρεπε να εφαρμοστεί και στην Κίνα.

- Με δυο λόγια, η Κίνα είναι το εντυπωσιακό εργαστήρι στο οποίο σχεδιάζεται το μέλλον μας;

Ας πούμε ότι υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν ένα νέο μοντέλο επικρατεί και επηρεάζει κόσμους πολιτισμικά μακρινούς, δεν μπορούμε να μην αξιολογήσουμε τη δύναμη διείσδυσης που διαθέτει. Τόσο ο Σλοτερντάικ όσο και εγώ θεωρούμε ότι το σχίσμα ανάμεσα σε δημοκρατία και καπιταλισμό επεκτείνεται σιγά σιγά. Στοιχεία του παρατηρούνται στη Ρωσία, και μολονότι θα ήταν εντελώς τρελό να υποστηρίξουμε ότι η Ιταλία έχει ήδη έχει βγει από τη δημοκρατία, βλέπω και εδώ τάσεις όχι τόσο προς την τυπική αναστολή της δημοκρατίας όσο προς την ουδετεροποίησή της: τείνουν να καταστήσουν τη δημοκρατία ασήμαντη. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να ενεργούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι να αποδεχθούν ότι οι δημοκρατικοί μηχανισμοί δεν είναι αληθινά σημαντικοί, ότι εκφράζουν ένα εντελώς κενό τελετουργικό. Εξάλλου, βλέπω όψεις αυτής της διαδικασίας και στις ΗΠΑ. Οταν ξέσπασε η οικονομική κρίση τέθηκε υπό αμφισβήτηση η πρώτη μεγάλη δημόσια παρέμβαση των 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στην πρώτη ψηφοφορία -ο Μπους ήταν ακόμα πρόεδρος- το Κογκρέσο ψήφισε εναντίον με μια πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψήφων. Τι έγινε τότε; Η πολιτική ελίτ και των δύο παρατάξεων -Μπους, Ομπάμα, Μακέιν κ.λπ.- απευθύνθηκε στο Κογκρέσο με αυτόν περίπου τον τόνο: «Ακούστε, δεν έχουμε χρόνο γι' αυτά τα δημοκρατικά παιχνιδάκια, αυτό το πράγμα πρέπει να το εγκρίνετε και τέρμα οι συζητήσεις». Μία βδομάδα μετά, το Κογκρέσο ξαναψήφισε ανατρέποντας ολικά την προηγούμενη απόφασή του. Δεν πρόκειται επομένως για ένα ζήτημα τρελών ή αυταρχικών ατόμων. Οχι, υπάρχει κάτι στο σύγχρονο καπιταλισμό που ωθεί προς αυτήν τη κατεύθυνση.

- Μπορούμε να πούμε ότι, σε σχέση με το παρελθόν, η κατάσταση έχει γίνει εξαιρετικά περίπλοκη. Η περίφημη «παγκοσμιοποίηση» έχει διογκώσει προβλήματα τα οποία στο παρελθόν έβρισκαν μια λύση στο πλαίσιο των κρατών-εθνών. Σήμερα δεν είναι πλέον έτσι. Με ποιες επιπτώσεις για τη δημοκρατία;

Νομίζω ότι οι δημοκρατικοί μηχανισμοί δεν είναι πλέον επαρκείς για να αντιμετωπίσουμε τον τύπο των συγκρούσεων που διαγράφονται στον ορίζοντα (για την οικολογία, τις μεγάλες μεταναστεύσεις, τις τοπικές εξεγέρσεις, αλλά και άλλες σχετικές με την ενδογενή λειτουργία του καπιταλισμού: από την πνευματική ιδιοκτησία ώς την οικονομική κρίση). Οι συγκρούσεις αυτές φαίνεται να απαιτούν μια «κυβέρνηση ειδικών», πολύ αποφασιστική, που λέει τι πρέπει να γίνει και το κάνει γρήγορα πράξη χωρίς δεύτερη σκέψη. Πρόκειται όμως για μια πολύ θλιβερή έκβαση. Αν μέχρι τώρα και παρ' όλα αυτά υπήρχε ένα καλό επιχείρημα υπέρ του καπιταλισμού, το ότι δηλαδή κάποια στιγμή, ακόμα και έπειτα από κάποιες δεκαετίες δικτατορίας όπως στη Νότια Κορέα ή στη Χιλή η έλευση του αναπτυγμένου καπιταλισμού θα συνεπέφερε και τη δημοκρατία, να που όλα αυτά δεν συμβαίνουν πλέον. Και πρόκειται για ένα αληθινά νέο φαινόμενο, για μια νέα εποχή θα έλεγα. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να ασκήσουμε κριτική στη δημοκρατία καθαυτή. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πώς η δημοκρατία αυτοκαταστρέφεται και είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τη δομική όψη του φαινομένου: δεν πρόκειται για τις αποφάσεις μεμονωμένων κάκιστων ηγετών, για την απληστία τους για εξουσία και άλλα παρόμοια. Είναι το ίδιο το σύστημα που δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τρόπο αυθεντικά δημοκρατικό.

-Τι είδους δημοκρατία γέννησε ο Μπερλουσκόνι;

Σίγουρα από την αρχή το σχέδιό του παρουσίασε πρωτότυπα στοιχεία. Ο Μπερλουσκόνι αληθινά επινόησε κάτι. Αυτό που εισήγαγε είναι, τυπικά, ακόμα δημοκρατία, η οποία όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, λειτουργεί με τρόπο διαφορετικό. Είναι μια δημοκρατία υπερβολικά εκτεθειμένη στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, υποταγμένη στο δημόσιο θέαμα. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά, κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντική: ο διαχωρισμός της πολιτικής διαδικασίας καθαυτής -της διαδικασίας διακυβέρνησης μιας χώρας, της λήψης των αποφάσεων- από το μιντιακό θέαμα, από τη διάσταση του δημόσιου σκανδάλου με όλες τις συνέπειές του (...). Κατά κάποιον τρόπο ο Μπερλουσκόνι ολοκληρώνει αυτό που έκανε ο Μπους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ένα είδος επιτρεπτικού αυταρχισμού, που έχει ως σύνθημα «Περισσότερη διασκέδαση και περισσότερα έκτακτα μέτρα». Θα μπορούσε να είναι το μέλλον μας (...).

 

Η έκλειψη της δημοκρατίας | Άρθρα | Ελευθεροτυπία: Έντυπη Έκδοση

 
Εκτύπωση

Εκλεγμένες ολιγαρχίες

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βιβλίο του Μικέλε Σαλβάτι, καθηγητή Οικονομικών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, έχει τίτλο «Capitalismo, mercato e democrazia» (Mulino, 2010).

Η έρευνα του Σαλβάτι έχει ως αφετηρία τρεις θέσεις: 1) δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ιδιοκτησία και αγορά, 2) ιδιοκτησία και αγορά σημαίνουν καπιταλισμό, 3) ο καπιταλισμός βρίσκεται σε σύγκρουση με τη δημοκρατία. Οπως είναι φανερό, οι τρεις αυτές θέσεις διατηρούν πολύπλοκες και αντινομικές σχέσεις μεταξύ τους. Το περιοδικό «Reset» διοργάνωσε μια συζήτηση για το βιβλίο του Σαλβάτι, στην οποία εκτός από τον συγγραφέα συμμετείχαν ο Μάρκο Ρεβέλι, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Πιεμόντε, και ο Μάριο Ριτσιάρντι, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλε του Μιλάνο. Από τη συζήτηση αυτή παρουσιάζουμε στη συνέχεια ορισμένα αποσπάσματα.

Μάρκο Ρεβέλι: Οι αμφιβολίες μου για τις θέσεις του Σαλβάτι είναι τρεις. Η πρώτη αφορά τον ορισμό της δημοκρατίας και ιδίως τον ορισμό των τωρινών πολιτικών καθεστώτων που συνήθως χαρακτηρίζονται ως δημοκρατίες. Σχετικά με αυτό το θέμα, ο Σαλβάτι αφιερώνει πολλές σελίδες στην πολεμική με τον Κάνφορα, ο οποίος αρνείται από ορισμένες απόψεις ότι μερικά από τα τωρινά πολιτικά καθεστώτα μπορούν να χαρακτηριστούν δημοκρατίες. Αντίθετα, εγώ νομίζω ότι σήμερα μεγάλο μέρος των καθεστώτων που ορίζουμε ως δημοκρατικά είναι στην πραγματικότητα εκλεγμένες ολιγαρχίες. Και όταν χρησιμοποιούμε τον όρο δημοκρατία για να τα ορίσουμε, προσφεύγουμε σε ένα πολύ ισχυρό συγκινησιακό γνώρισμα και αποδίδουμε ένα θετικό περιεχόμενο στον όρο αυτό. Η δεύτερη αμφιβολία μου αφορά την ταύτιση όχι τόσο του καπιταλισμού με την ελευθερία, την αγορά και την ιδιοκτησία αλλά την εσωτερική ταύτιση σε αυτή την τριάδα, εκείνη δηλαδή ανάμεσα σε ελευθερία από τη μια μεριά και αγορά και ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η ταύτιση μου φαίνεται προβληματική, επειδή η τριάδα αυτή δεν αποτελείται από συνώνυμα αλλά από στοιχεία που βρίσκονται σε ένταση μεταξύ τους. Η τρίτη αμφιβολία μου αφορά το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση που κάνει ο Σαλβάτι είναι συζήτηση του περασμένου αιώνα και ότι σε αυτήν κράτος και αγορά θεωρούνται οι ακραίοι όροι μιας πόλωσης, που βασίζεται σε μιαν εναλλακτική επιλογή ανάμεσα σε έναν σοσιαλισμό που καταργεί την ιδιοκτησία και την αγορά στο όνομα της ισότητας από τη μια μεριά και σε μια δημοκρατία που ταυτίζεται με την ιδιοκτησία και την αγορά από την άλλη. Εγώ, αντίθετα, θα ήθελα να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς μπορούμε να αναπτύξουμε έναν τρίτο τομέα, μια κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία και πώς θα την υπερασπιστούμε σε αντιπαράθεση τόσο με το κράτος όσο και με την αγορά.

Μάριο Ριτσιάρντι: Και ο Σαλβάτι, στα συμπεράσματα του βιβλίου του, επισημαίνει τον κίνδυνο της εξέλιξης των δυτικών δημοκρατιών προς ολιγαρχική κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως όλα εξελίσσονται προς αυτή την κατεύθυνση. Διατυπώνω όμως δυο παρατηρήσεις γι' αυτά που είπε ο Ρεβέλι. Οταν ασκούμε κριτική στη σύγχρονη δημοκρατία χαρακτηρίζοντάς την εκλεγμένη ολιγαρχία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή αντιπροσωπεύει σε κάθε περίπτωση μια σημαντική πρόοδο. Η άλλη παρατήρηση είναι ότι, σε σχέση με τα κλασικά μοντέλα ολιγαρχικής κυβέρνησης, εμείς είμαστε σε μια διαφορετική κατάσταση και η πρόσφατη οικονομική κρίση το επιβεβαιώνει. Οι ολιγαρχίες για τις οποίες μιλάμε δεν έχουν εκείνη την ικανότητα να καθορίζουν τους προσανατολισμούς της κοινής γνώμης, η οποία αντίθετα χαρακτήριζε την ολιγαρχία νοούμενη με την κλασική έννοια. Οσο για το ζήτημα αν η ανάλυση του Σαλβάτι είναι ξεπερασμένη ή όχι, θα έλεγα ότι σήμερα ανακαλύπτουμε πως ορισμένες μεγάλες συζητήσεις του εικοστού αιώνα δεν τέλειωσαν, αλλά επαναπροτείνονται.

Μικέλε Σαλβάτι: Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός των κοινωνιών μας προσβάλλει το θεμελιώδες μήνυμα της δημοκρατίας, αλλά τι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε από το να καταπολεμήσουμε αυτές τις αρνητικές τάσεις περιορισμού της ελευθερίας και της δυνατότητας πολιτικής έκφρασης των ατόμων και να αγωνιστούμε για να οικοδομήσουμε κράτη στα οποία να μπορεί να ακούγεται η φωνή ακόμα και όσων είναι χαμηλά στην κοινωνική πυραμίδα και να κατορθώνουν αυτοί να έχουν αποτελέσματα;

Μάρκο Ρεβέλι: Εχω όμως την εντύπωση ότι το πρόβλημα της κοινωνικής σύγκρουσης παραμένει έξω από αυτόν τον νέο μεταρρυθμισμό και αυτό με ανησυχεί. Οταν έλεγα ότι η τοποθέτηση του Σαλβάτι είναι ξεπερασμένη, αναφερόμουν στην αντίθεση -που νομίζω ότι κυριαρχεί στο συλλογισμό του- ανάμεσα σε ένα μοντέλο που καταργεί την ατομική ιδιοκτησία και την αγορά, εκείνο του υπαρκτού σοσιαλισμού που ταυτίστηκε και με το επαναστατικό μοντέλο, και σε ένα φιλελεύθερο-δημοκρατικό μοντέλο που υιοθετείται από τη μεταρρυθμιστική υπόθεση. Εγώ νομίζω ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν υπάρχει πλέον. Το ζητούμενο είναι να φανταστούμε μορφές συναλλαγής, ζωής, ανθρώπινων σχέσεων που δεν θα ρυθμίζονται αποκλειστικά από νόμους της αγοράς. Οχι καταργώντας την αγορά, αλλά επινοώντας μιαν άλλη σχέση ανάμεσα σε κράτος και αγορά.

Μάριο Ριτσιάρντι: Εγώ νομίζω πως μια από τις ενδιαφέρουσες πλευρές του στοχασμού του Σαλβάτι είναι το ότι μας παρακινεί να σκεφτούμε τη δυνατότητα αυτές οι επιταγές της αλληλεγγύης να επανενταχθούν όχι σε έναν τρόπο οργάνωσης εναλλακτικό προς μιαν οικονομία βασιζόμενη στην αγορά, αλλά μάλλον σε διορθωτικές παρεμβάσεις που γίνονται εκεί όπου η αγορά είναι ανεπαρκής. Το πρόβλημα επομένως είναι πώς θα οικοδομήσουμε μια δομή αλληλεγγύης, που θα παρεμβαίνει για να διορθώνει τις ανισότητες. (...)

 

Εκλεγμένες ολιγαρχίες | Άρθρα | Ελευθεροτυπία: Έντυπη Έκδοση
 


Αναζήτηση




website hosting main area bottom

Με την υποστήριξη του Joomla! και σύμφωνα με την άδεια της GNU/GPL